ΜΕΓΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ ΚΑΙ ΜΑΣ ΛΕΙΠΟΥΝ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΕΧΟΥΜΕ ΧΑΣΕΙ

Η Μεγάλη Εβδομάδα μου ξυπνάει μνήμες. Κάθε χρόνο όσο ζούσε ο πατέρας μου και μέχρι να ενηλικιωθώ, περνούσα το Πάσχα και τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας στο χωριό του.

Μου λείπουν εκείνα τα χρόνια. Τότε που τα χωριά γέμιζαν με κόσμο. Τότε που δεν υπήρχε περίπτωση ο γονιός να μην πάρει το παιδί και να πάει στην Εκκλησία.

Εγώ θυμάμαι πως φτάναμε στο χωριό και Μεγάλη Δευτέρα κάποιες φορές. Η εκκλησία δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά όσο οι μέρες περνούσαν και φτάναμε στη Μεγάλη Πέμπτη η εκκλησία γέμιζε.

Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής όλα τα κορίτσια μαζευόμασταν το πρωί στην εκκλησία με λουλούδια για να στολίσουμε τον επιτάφιο. Κάποιοι έφερναν λουλούδια από το ανθοπωλείο της μεγάλης κωμόπολης, κάποιοι έφερναν από τον κήπο τους, άλλοι μάζευαν μαργαρίτες και θυμάμαι πως με βελόνα και κλωστή τις κεντούσαμε τη μια μετά την άλλη, σαν γιρλάντα.

Οι μεγάλες σε ηλικία έδιναν τις εντολές γιατί είχαν την εμπειρία μετά από τόσους στολισμούς. Οι μικρές κοιτούσαμε με δέος το στολισμό και βοηθούσαμε όσο μπορούσαμε και φτάναμε αφού ακόμα δεν είχαμε μεγάλο ύψος για να στολίσουμε τα ψηλά σημεία…καθώς τα χρόνια περνούσαν, μεγαλώναμε κι εμείς και είχαμε πιο ενεργό ρόλο στο στολισμό.

Άλλες χρονιές τη βραδιά του Επιταφίου ξεπαγιάζαμε από το κρύο καθώς το χωριό ήταν ορεινό. Στο Δρυμώνα, στην ορεινή Τριχωνίδα, στα σύνορα με την Παναγία την Προυσιώτισσα.

Άλλες φορές ο καιρός ήταν πιο γλυκός. Άλλες φορές έβρεχε και τα τακούνια μας βούλιαζαν στις λάσπες…μετά όλοι μαζευόμασταν στο καφενείο του Ηλία που είχε και τηλέφωνο και τρόφιμα και απορρυπαντικά και ήταν και μίνι μάρκετ.

Η Μεγάλη Βδομάδα στα χωριά έχει μια άλλη γεύση. Πιο κατανυκτική. Πιο σπιτική, πιο παραδοσιακή. Λιγότερος κόσμος. Περισσότερη παράδοση. Περισσότερη κατάνυξη. Μπορεί να είναι και οι μνήμες που μου καθορίζουν τις σκέψεις. Τα παιδικά χρόνια καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τι γινόμαστε και τι είμαστε.

Μεγάλη Δευτέρα σήμερα, βρέθηκα μετά τη δουλειά στην εκκλησία, που παντρεύτηκα στη Γλυφάδα. Κι ένιωσα αυτή τη γαλήνη. Την συγκίνηση ακούγοντας την ακολουθία του Νυμφίου. Η εικόνα του Ιησού με το ακάνθινο στεφάνι, ήταν στολισμένη με λουλούδια και οι πολυέλαιοι με μοβ κορδέλες.

Ο ναός υποφωτισμένος. Είδα ανθρώπους όλων των ηλικιών. Παιδιά, γυναίκες, ηλικιωμένους, κυρίους με κοστούμια όπως κάποτε, εγώ ήμουν με τη φόρμα, όπως πήγα στη δουλειά. Σημασία δεν έχει τι φοράς αλλά τι νιώθεις, Τι σε φέρνει εκεί στην εκκλησία να ζήσεις τη στιγμή.

Κι εκεί μέσα στις σκέψεις μου, μου έλειψε απίστευτα το χωριό μου και ο πατέρας μου.

Ξαναπήγα κι άλλες φορές στο χωριό μου το Πάσχα μετά το θάνατο του πατέρα μου αλλά δεν ήταν το ίδιο όπως τότε, που ζούσε. Δεν είναι τίποτα ίδιο, όπως τότε, που τον είχα. Ακόμα κι όταν μαλώναμε ή ο ένας θύμωνε με τον άλλο, μετά πάλι μου έλειπε. Τα βρίσκαμε και κάναμε σφιχτές αγκαλιές.

Τέτοιες πένθιμες μέρες, ο καθένας βιώνει ξανά το προσωπικό του δράμα. Κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά περνάει ο διπλανός του. Τι έχει ζήσει, τι έχει περάσει ή τι περνάει.

Όλοι αυτές τις μέρες σκεφτόμαστε τους δικούς μας που έχουν “φύγει”.

Ανάβω ένα κερί καθώς μελετάω σιωπηλά τα ονόματα αυτών που αγαπώ και δεν βλέπω. Αυτών που έφυγαν.

Παππούδες, γιαγιάδες, θείους, φίλους…

Κάποτε στο χωριό το Πάσχα, άναβαν όλα τα φώτα των σπιτιών. Σε κάθε σπίτι κι ένας θείος με την οικογένειά του.

Μαζευόμασταν από όλα τα μέρη της Ελλάδας για να ζήσουμε αγαπημένοι τα έθιμα στο χωριό…να ειδωθούμε με τα ξαδέρφια μας και να περάσουμε αυθεντικές, παραδοσιακές, οικογενειακές γιορτές.

Τώρα, κάθε φορά που περνάω από τα ίδια σπίτια, νιώθω ένα βάρος. Μια θλίψη. Λείπουν όσοι αγάπησα. Ο πατέρας του πατέρα μου. Ο πατέρας μου και τα αδέρφια του.

Και καθώς προσπαθώ να ξεχνάω αυτές τις απώλειες για να μην πονάω, είναι οι μνήμες, οι μυρωδιές και οι γεύσεις, που με κάνουν να θυμάμαι και να γυρίζω πίσω…

Προχθές στο εστιατόριο μετά το φαγητό, έφαγα ζεστούς λουκουμάδες κι αμέσως το μυαλό μου γύρισε τότε που ήμουν παιδάκι δημοτικού και έτρωγα το πρωί λουκουμάδες στους Φούρνους Ικαρίας, με τον πατέρα μου στις καλοκαιρινές μας διακοπές. Λουκουμάδες με μέλι και κανέλα.

Πέρασαν 5 χρόνια από τότε που τον έχασα. Και σκέφτομαι πότε θα σταματήσω να πονάω τόσο…ίσως και ποτέ…γιατί ο χρόνος δεν απαλύνει τον πόνο απλά έχεις πονέσει τόσο, που μετά συνηθίζεις τον πόνο και είναι σαν ένα μόνιμο αγκάθι καρφωμένο σε ένα σημείο της καρδιάς.

Αν είχα μια ευχή ή μια ευκαιρία, θα ήταν να τον ξαναδώ. Όμως αυτό δε γίνεται και συμβιβάζομαι να τον βλέπω -αν είμαι τυχερή, στα όνειρά μου. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι τα όνειρα δεν είναι απλώς σκέψεις πρωινές ή το υποσυνείδητο που μας μιλάει. Θέλω να πιστεύω ότι αν δω στον ύονο μου, δυο πρόσωπα που αγαπώ και έχουν φύγει, τον πατέρα μου ή τη γιαγιά μου, κάτι θα συμβεί κι εύχομαι να είναι για καλό…

Σίγουρα κάποιοι θα ταυτιστείτε μαζί μου μέσα από αυτό το editorial…είναι οι σκέψεις που έχω μέσα μου καιρό. Έχασα τον μπαμπά μου μια βδομάδα μετά το Πάσχα του 2018 και κάθε Πάσχα οι σκέψεις μου -όσο καλά και να περνάω όπου είμαι, με γυρίζουν πίσω…σε εκείνον.

No Comments

Post A Comment